γλοιώδης

γλοιώδης, ες,
A glutinous, Pl.Cra.427b, Arist.Fr.311 (γλιν- codd. Ath.);

τὸ γ. Thphr.HP5.4.1

. Adv. [suff] γλοιο-δῶς Sor.2.13, Gal.19.91.
2 full of oily sediment,

ὕδωρ M.Ant.8.24

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλοιώδης — glutinous masc/fem acc pl (attic epic doric) γλοιώδης glutinous masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) γλοιώδης glutinous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιώδης — ες (AM γλοιώδης, ες) [γλοιός] κολλώδης νεοελλ. αναξιοπρεπής, κόλακας αρχ. (για νερό) γεμάτος με ελαιώδες κατακάθι …   Dictionary of Greek

  • γλοιώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η 1. κολλώδης, λιπαρός: Το σαλιγκάρι αφήνει στο πέρασμά του μια γλοιώδη ουσία. 2. μτφ., ο σιχαμερός: Με φλερτάρει ένας τύπος γλοιώδης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλοιώδει — γλοιώδης glutinous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γλοιώδης glutinous masc/fem/neut dat sg γλοιώδεϊ , γλοιώδης glutinous dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιώδη — γλοιώδης glutinous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γλοιώδης glutinous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γλοιώδης glutinous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιῶδες — γλοιώδης glutinous masc/fem voc sg γλοιώδης glutinous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιωδῶν — γλοιώδης glutinous masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιωδῶς — γλοιώδης glutinous adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιώδεες — γλοιώδης glutinous masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιώδους — γλοιώδης glutinous masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • глей — род. п. глея глина , диал., севск., укр. глей синяя глина, ил , польск. glej илистая почва . Родственно лтш. glìzda глина, синяя глина , греч. γλία клей , γλοιός густое, нечистое масло, грязная, липкая жидкость , γλοιώδης липкий, цепкий , др.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.